ἔκδικος

ἔκδῐκ-ος, ον,
A lawless, unjust,

ἔκδικα πάσχω A.Pr.1093

(anap.); of persons, S.OC920, Ael.NA16.5 ([comp] Sup.). Adv.

-κως A. Pr.976

, etc.
II maintaining the right, avenging,

ἔχει θεὸς ἔ. ὄμμα Batr.97

;

ἔ. χρόνος AP12.35

(Diocl.), cf. LXX Wi.12.12.
2 Subst., avenger, Hdn.7.4.5;

αἱ Ἰβύκου ἔ. Plu.2.509f

.
3 public advocate or prosecutor, IG9(1).61, Cic.Fam.13.56.1, Michel459 ([place name] Telmessus), BMus.Inscr.481*.315 (Ephesus, ii A.D.).
4 generally, legal representative, POxy.261.14 (i A.D.), Plin.Ep.Traj.110, etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἔκδικος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκδικος — lawless masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • έκδικος — ο (AM ἔκδικος, ον) 1. εκδικητής, εκδικητικός, τιμωρός 2. υπερασπιστής 3. αξιωματούχος τής εκκλησίας εξουσιοδοτημένος για την υπεράσπιση τών συμφερόντων τής Εκκλησίας ενώπιον τών δικαστηρίων αρχ. 1. παράνομος, άδικος 2. νόμιμος αντιπρόσωπος,… …   Dictionary of Greek

  • Άβιτος, Σέξτος Άλκιμος Έκδικος — (450 – 518 μ.Χ.).Επίσκοπος Βιέννης, άγιος της Καθολικής Εκκλησίας. Καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια, ήταν μορφωμένος, ενάρετος και ανέπτυξε πλούσια αποστολική και συγγραφική δράση. Καταπολέμησε με ιδιαίτερη επιτυχία τις διάφορες αρειανικές …   Dictionary of Greek

  • ἐκδίκως — ἔκδικος lawless adverbial ἔκδικος lawless masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔκδικον — ἔκδικος lawless masc/fem acc sg ἔκδικος lawless neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ЭКДИК —    • Έκδικος,          государственный адвокат, который должен был блюсти интересы государства и выступал преимущественно в делах фиска как адвокат и обинитель во имя государства; называется также cognitor civitatis. Cic. ad. fam. 13, 56. Plin.… …   Реальный словарь классических древностей

  • ἐκδικώτατοι — ἔκδικος lawless masc nom/voc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐκδίκοις — Ἔκδικος masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐκδίκοις — ἔκδικος lawless masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἐκδίκου — Ἔκδικος masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.